ΝΤΑΛΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΙ ΑΝΝΕΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΝΤΩΡ 2004

Γράφτηκε αυθόρμητα μετά την επιστροφή μας από την Κεφαλονιά πέρυσι και έμεινε στο συρτάρι μέχρι να βρει τους κατάλληλους αποδέκτες που θα μπορούσαν να μοιραστούν μαζί μας αυτήν την πανδαισία συναισθημάτων. Το αφιερώνω στην καταπληκτική παρέα της Θεσσαλονίκης με αγάπη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΙ ΑΝΝΕΤΤΕ ΝΤΑΛΛΑ

ΜΕΝΤΩΡ 2004

Απέραντο γαλάζιο. Η θάλασσα. Αυτό το τεράστιο δοχείο εκτόνωσης κάθε λογής εγκόσμιας συμπίεσης. Αυτή η απέραντη υγρή αγκαλιά που σε τυλίγει και στο βελούδινο σφίξιμό της νιώθεις τη λατρεία της αλλά και την ατέλειωτη ισχύ της. Το κάλεσμα από την Κεφαλονιά ήχησε σαν η ευκαιρία για το καλύτερο ποδαρικό του νέου χρόνου. Ήταν όλοι εκεί. Όλοι εκείνοι που εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια δίνουν ραντεβού με το λατρεμένο στοιχείο σε κάθε πιθανή και απίθανη γωνία της γης. Από το παγωμένο στενό της Μάγχης και τα ορμητικά ποτάμια της Αργεντινής ως τα καταγάλανα νερά του Τορωναίου κόλπου της Χαλκιδικής μας και τη γλυκιά ηρεμία της Λίμνης Πλαστήρα. Ήταν Κυριακή 4 στο Ληξούρι και Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2004 στο παραμυθένιο κουκλίστικο Φισκάρδο όταν όλοι μαζί πήγαμε να τη χαιρετήσουμε και να τη μυήσουμε στην απίστευτη και εκτός προγράμματος μυσταγωγία που θα γινόταν ανήμερα των Φώτων, διαπλέοντας τον κόλπο της Κεφαλονιάς από Ληξούρι προς Αργοστόλι και πίσω. Όταν ήρθε η μεγάλη στιγμή της εκκίνησης η ανείπωτη χαρά της ξεχείλιζε και δεν ήξερε πως να την εκδηλώσει. Και τι δεν έκανε. Μέσα σε δύο ώρες προσπάθησε να μας δείξει όλο το ρεπερτόριο των απίστευτων χρωμάτων της. Από το ανοιχτό γαλάζιο της τρυφερότητας της ως το σκούρο μπλε της απεραντοσύνης της. Άλλοτε έμενε ακίνητη ζητώντας και απολαμβάνοντας τα χάδια των κορμιών μας που γλιστρούσαν πάνω της κι άλλοτε κουνιόταν βίαια και απότομα στροβιλίζοντας μας μέσα στην δίνη της ικανοποίησης της. Κι όταν πια το μαγικό -σχεδόν ερωτικό- παιχνίδι μας είχε τελειώσει μας οδήγησε με ασφάλεια στο λιμάνι παραδίδοντας μας στους ανθρώπους μας που καρτερικά μας περίμεναν να τους περιγράψουμε τις εμπειρίες μας από αυτό το μοναδικό θαυματουργό ταξίδι. Όλοι μας είδαν να βουτάμε στο λιμάνι του Ληξουρίου, όλοι μας είδαν να διαπλέουμε τον κόλπο. Ίσως όμως κανείς να μη καταλάβει ποτέ ότι διαπλεύσαμε τον ίδιο τον Παράδεισο, ζήσαμε τις ηδονές της ύψιστης απόλαυσης και νιώσαμε τερματίζοντας την απόλυτη αίσθηση του εξαγνισμού, την αναγέννηση μιας αναβάπτισης. Φίλοι Ληξουριώτες, σας ευχαριστούμε πολύ, όχι μόνο για την αγάπη και τη φιλοξενία σας αλλά και γιατί δεν γίνατε απλοί θεατές αλλά μάρτυρες του θαύματος της σχέσης μας με τη θάλασσα, τη θάλασσα μας, τη θάλασσα σας. Του χρόνου να μας περιμένετε. Θα είμαστε πάλι εκεί.

.............ΚΑΙ ΗΜΑΣΤΑΝ